Κυπριακό Λεξικό › Όλες οι λέξεις › Οικογένεια και συγγένεια
κοπέλλιν
kopellin
νεαρός άντρας, παλικάρι· παλιότερα και βοηθός
young man, lad; formerly also an assistant
- Κατηγορία
- Οικογένεια και συγγένεια
- Βεβαιότητα
- Επιβεβαιωμένο
- Πηγές
- Konomis, N. (2023). Ετυμολογικές σημειώσεις του κυπριακού ιδιώματος. Λεξικογραφικόν Δελτίον 27, Academy of Athens, pp. 111 to 134. DOI 10.12681/ld.38002
Hadjilyra, A. M. (c. 2019). 314 επιλεγμένες κυπριακές λέξεις. Self published word list, Academia.edu. - Σημείωση πηγής
- Female counterpart κοπελλούα attested in Konomis p. 115 only; not entered.